Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Θα αντέξει άραγε;

Ήταν κάποτε μια οικογένεια…μαμά, μπαμπάς και κάμποσα παιδιά. Ζούσαν σε πλούσια γειτονιά, αλλά η οικογένεια ήταν φτωχή. Τα περισσότερα παιδιά δούλευαν για να συνεισφέρουν στα έξοδα του σπιτιού, μερικά ακόμα και στα σπίτια των πλουσίων γειτόνων.

Αργά αλλά σταθερά, τα οικονομικά της οικογένειας βελτιώνονταν. Τόσο, που κάποτε οι πλούσιοι γείτονες αποφάσισαν να δεχτούν την οικογένεια στο κλαμπ που είχαν στην γειτονιά. Σκεφτήκαν ότι αν τα οικονομικά της οικογένειας βελτιωνόταν ταχυτέρα, θα ήταν καλύτερα για όλους…Θα ομόρφαινε το σπίτι του φτωχού, θα ομόρφαινε και η γειτονιά, θα ξόδευε η οικογένεια και πιο πολλά στα τα μαγαζιά των πλουσίων. Και έτσι, της έδωσαν αρκετά λεφτά. «Παρτα να σπουδάσεις τα παιδιά » είπαν »Αντί να είναι υπηρέτες και εργάτες, θα γίνουν επιστήμονες και τα εισοδήματα της οικογένειας θα αυξηθούν, μπας και καταφέρετε να βάψετε και το σπίτι που έχει μαύρο χάλι, να μαζέψετε και τα σκουπίδια από την αυλή».

Μονό αυτό δεν έκαναν…μόλις ήρθαν τα λεφτά, άρχισαν τα ψώνια…αυτοκίνητα, γούνες, Pόλεξ, πισίνα στην αυλή, δίπλα στα σκουπίδια, ακριβά εστιατόρια. Μαζί άρχισαν και τα δάνεια από τράπεζες, μια και τα λεφτά των γειτόνων δεν έφταναν για τα νέα γούστα.



Και να ήταν μονό αυτό… Ένα-ένα, τα περισσότερα παιδιά σταμάτησαν να πηγαίνουν στην δουλειά! Έπεισαν τους γονείς ότι θα βοηθούσαν μέσα στο σπίτι, με τις δουλειές του σπιτιού, σκούπισμα. μαγείρεμα, πλύσιμο, φύλαξη της πόρτας και άλλα τέτοια. “Είναι άτιμη η κοινωνία εκεί έξω”, είπαν. “Θα δουλεύουμε μέσα στο σπίτι.”

Λίγα πράγματα έκαναν, το σπίτι ήταν συνήθως βρόμικο , το παράθυρα έμπαζαν, το φαγητό καμένο, το μπάνιο μύριζε . Απαιτούσαν όμως όλο και πιο πολλά χρήματα από τους γονείς, και αυτοί για να μην ακούν γκρίνια, τα έδιναν. Φράγκο δεν έφερναν στο σπίτι, έπαιρναν ένα σκασμό λεφτά, και απ αυτά έδιναν κάτι ψιλά πίσω, -φόρους τα έλεγαν- τάχα μου ότι, να, και αυτοί κάνουν κάτι για τα οικονομικά της οικογένειας. Κάποιοι μάλιστα βρήκαν και που φύλαγαν τα λεφτά οι γονείς και βούταγαν κρυφά όσα μπορούσαν.

Κάποια παιδιά συνέχισαν να δουλεύουν έξω από το σπίτι, αλλά και απ’ αυτούς μερικοί κατάλαβαν το κόλπο. «Σιγά μην ταΐζουμε εμείς τους αχαΐρευτους», σκέφτηκαν. Γύριζαν λοιπόν το βραδύ και ισχυρίζονταν ότι τίποτα δεν έβγαλαν, και έτσι δεν έδιναν τίποτα στην οικογένεια, και τσέπωναν τα λεφτά. Τα έσοδα της οικογένειας έφτασαν να προέρχονται μόνο από τους 2- 3 βλακές που δούλευαν έξω από το σπίτι και συνέχισαν να δίνουν τα χρήματα στον πατέρα.

Όταν δεν τους έκαναν τα χατίρια, τότε τα παιδιά -τα μέσα- θύμωναν. Για να αναγκάσουν τον μπαμπά να δώσει ότι ήθελαν, έκλειναν την πόρτα του σπιτιού και δεν αφήναν αυτούς που δούλευαν έξω από το σπίτι να πάνε στην δουλειά τους και να φέρουν χρήματα . Έτσι τα έσοδα μειώνονταν συνεχώς και τα δάνεια όλο και μεγάλωναν.



Όσο αυξάνονταν το έξοδα και τα δάνεια, όλο και πιο πολλά ζητούσε ο μπαμπάς από τους βλάκες που δούλευαν έξω από το σπίτι. Αλλά τι να φέρουν κι αυτοί, όταν τις μισές μέρες δεν τους άφηναν να βγουν να πάνε στην δουλειά;



Άσε που το φαγητό δεν τρωγότανε, το σπίτι ήταν συνεχεία βρομερό και το ταβάνι έσταζε . Άντε να πας έτσι να δουλέψεις!

Οι γείτονες ανησυχούσαν και έλεγαν στους γονείς ότι θα έχουν πρόβλημα. Αυτοί απαντούσαν: “Tι να κάνουμε, τα παιδιά είναι λίγο άτακτα, αλλά από αύριο θα αρχίσουμε τις οικονομίες να ξεπληρώσουμε τα δάνεια. Αν μπορείτε δώστε μας κάτι για τώρα, και θα τα βρούμε εμείς αργότερα”.

Μέχρι που τα δάνεια έφτασαν στο απροχώρητο. 50 χιλιάρικα μάζευε δεν μάζευε η οικογένεια , 70 χιλ ξόδευε κάθε χρόνο, και 350 χιλ. χρωστούσε στις τράπεζες. Χρέωνε την μια πιστωτική για να πλήρωση την άλλη. Και οι τόκοι όλο και μεγάλωναν.

Και τότε συνέβη το αναπόφευκτο: Όπως συνήθως, ο μπαμπάς εμφανίστηκε στην Τράπεζα μια Δευτέρα πρωί να πάρει και άλλο καταναλωτικό. Μερικοί από τους γιους του είχανε βαρεθεί την Μερσεντές τους και θέλανε Πόρσε και τα άτιμα είχαν κλειδωθεί στην κουζίνα και δεν άνοιγαν να φάει η οικογένεια. Άσε και που χρώσταγε και κάτι δόσεις σε άλλες Τράπεζες και δεν είχε σάλιο!

“Λυπάμαι, δεν μπορούμε να δώσουμε άλλα”, είπε ο Τραπεζίτης, “Χρωστάτε και της Μιχαλούς και φοβόμαστε ότι δεν θα μπορέσετε να ξοφλήσετε.. Μήπως προτίθεστε να δώσετε πρώτα μερικές δόσεις να μειωθεί το χρέος ; Μετά το ξανασκεφτόμαστε. Αλλιώς μπορεί να σας πάρουμε και το σπίτι”.

“Ποιος τους ακούει στο σπίτι” σκέφτηκε ο μπαμπάς γυρίζοντας ρέστος. Η κουζίνα είναι ήδη κλειδωμένη, θα κλειδώσουν και το μπάνιο, δεν θα μπορούμε να πάμε ούτε προς νερού μας. Γύρισε πίσω, μάζεψε τους δυο-τρεις βλάκες που έφερναν τα λεφτά στο σπίτι απ’ τις έξω δουλειές, και τους είπε: « Από αύριο διπλές υπερωρίες, να φέρνετε περισσότερα, αλλιώς μη ξαναέρθετε στο σπίτι! Τα αδέλφια σας θέλουν Πόρσε».

Μετά πήγε στους γείτονες. «Μήπως σας περισσεύει κάτι τις για τις ανάγκες μας ?» ρώτησε . Μόνο που δεν τον πετάξαν έξω από την γειτονιά. “Να μαζέψεις τα παιδιά σου τα ατίθασα”, του είπαν. “Έχετε φάει τον άμπακο! Εμείς οδηγούμε Σκόντα, εσείς δεν μπορείτε να κάνετε με Μερσεντές” ?

Το φαγητό στο ψυγείο τελείωνε, η στέγη έμπαζε (όπως συνήθως) , τα παιδιά που κάνανε ότι “δουλεύουν” στο σπίτι θέλανε τα λεφτά τους, η μαμά χρωστούσε την κομμώτρια και τον ψαρά, δράμα!

Τότε πάρθηκε η μεγάλη απόφαση! “Δεν έχει Πόρσε! Και λιγότερη βενζίνη για την Μερσεντές από δω και μπρος!” είπε ο μπαμπάς.

Και έγινε χαμός. Έβρισαν τους γείτονες που δεν δίνουν, τις τράπεζες που ρουφάνε αίμα, κλειδωθήκαν στα μπάνια, στις κουζίνες και στο χολ. Πετάχτηκαν τηγάνια, σπάσανε τα γυαλικά, μέχρι και ο σκύλος έφαγε κλωτσιά. “Να πας να κόψεις τον λαιμό σου να βρεις!” φώναζαν του πατέρα. «Να τα πάρεις από αυτούς που τα έφαγαν! Τι είδους μπαμπάς είσαι εσύ? »



Θα αντέξει άραγε ο μπαμπάς ή θα το κλείσουμε το σπίτι ?



το κείμενο προέρχεται από αναγνώστη μέσω facebook 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...