Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Αυτοδιοίκηση και τοπική Δημοκρατία: Ο θεσμός του συμπαραστάτη του δημότη/πολίτη και της επιχείρησης

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΣΤΗΝ «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΕΙΑ» ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ.


Άρθρο του
Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Νομικού, τ. Δημάρχου Αυλώνος Ευβοίας

1. Εισαγωγή
Ο νόμος 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης) μεταξύ των πολλών καινοτομιών εισάγει στο θεσμικό πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης την λειτουργία της διαμεσολάβησης μεταξύ των πολιτών και της δημοτικής ή περιφερειακής υπηρεσίας. Με το άρθρο 77 καταστρώνεται ο θεσμός του συμπαραστάτη του δημότη και του επιχειρηματία και με τα άρθρο 179 ο θεσμός του περιφερειακού συμπαραστάτη του πολίτη και της επιχείρησης. Αντίστοιχοι θεσμοί δεν προϋπήρξαν στην ελληνική αυτοδιοίκηση σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες που έχουν προ πολλού καταστρώσει θεσμούς διαμεσολάβησης και μερικές από αυτές (βλ. Σουηδία, Ιταλία, Γερμανία κ.ο.κ.) έχουν πλούσια ιστορική εμπειρία.

Στην Ελλάδα βέβαια λειτουργεί σε εθνικό επίπεδο ο θεσμός του Συνηγόρου του Πολίτη και επιμέρους θεσμοί διαμεσολάβησης όπως π.χ. τραπεζικός διαμεσολαβητής ή ο Συνήγορος του Καταναλωτή. Στον αντίποδα η γειτονική Ιταλία η οποία δεν έχει Διαμεσολαβητή σε εθνικό επίπεδο αλλά έχει τους περιφερειακούς Συνήγορους του Πολίτη (Difensore Civico Regionale) (Βλ. http://www.consiglio.regione.toscana.it/difensore/ )καθώς και του δημοτικούς Συνηγόρους του Πολίτη (Difensore Civico Comunale) σε 600 περίπου Δήμους (βλ. http://www.comune.pescara.it/internet/index.php?codice=117, http://www.comune.cormano.mi.it/comune/difensore_civico.asp, http://www.comune.corleone.pa.it/difensore.html. ). Η θέσπιση των δημοτικών Συνηγόρων του Πολίτη προβλέπεται από τα Καταστατικά (Statuto) των δήμων και ως προς τον τρόπο ανάδειξης έχουν επηρεάσει αρκετά τον έλληνα νομοθέτη.

Στην Ελλάδα ο θεσμός του Συνήγορου του Πολίτη καταγράφει μία εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία και κατά ευτυχή συγκυρία υπηρετήθηκε από δύο σημαντικές προσωπικότητες, τον Νικηφόρο Διαμαντούρο που θεμελιώσε τον θεσμό και σήμερα κοσμεί για δεύτερη θητεία τον θεσμό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τον Γιώργο Καμίνη που κατά επίσης ευτυχή συγκυρία εξελέγη πλέον Δήμαρχος Αθηναίων, έτσι συναντάται – κατά κάποιο τρόπο- ο θεσμός με την τοπική αυτοδιοίκηση η οποία πολλές φορές είχε μπει στο στόχαστρο των Εκθέσεων του Συνηγόρου του Πολίτη, όχι απαραιτήτως αδικαιολόγητα.
Σήμερα λοιπόν οι δημοτικές και περιφερειακές ηγεσίες καλούνται να ενσωματώσουν στην λειτουργία των δήμων και των περιφερειών την Διαμεσολάβηση με την επιλογή και την στήριξη των θεσμών που οργανώνει ο «Καλλικράτης».

2. Η αποστολή των Συμπαραστατών του Δημότη/Πολίτη και της Επιχείρησης

Ο νομοθέτης ορίζει στο άρθρο 77, παρ. 3 του Νόμου 3852/2010 ότι: « ο συμπαραστάτης υποστηρίζεται διοικητικά από τις υπηρεσίες του δήμου, δέχεται καταγγελίες άμεσα θιγομένων πολιτών και επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του δήμου, των νομικών προσώπων και των επιχειρήσεων του και διαμεσολαβεί προκειμένου να επιλυθούν τα σχετικά προβλήματα …» ενώ στο άρθρο 179 παρ. 2 παρατίθεται ακριβώς η ίδια διάταξη αλλά για την περιφέρεια. Συνεπώς τόσο ο δημοτικός όσο και ο περιφερειακός συμπαραστάτης έχει ως έργο την διαμεσολάβηση μεταξύ των «άμεσα θιγομένων πολιτών και επιχειρήσεων» και των υπηρεσιών του δήμου και της περιφέρειας για την επίλυση προβλημάτων που αναφέρονται στην κακοδιοίκηση αυτών των υπηρεσιών κατά την κρίση ασφαλώς των καταγγελλόντων.
 Ο συμπαραστάτης εξετάζει την καταγγελία, διαπιστώνει ασφαλώς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κακοδιοίκησης, δηλαδή της παραβίασης κανόνων ή γενικότερα της συμπεριφοράς που δεν συνάδει με την αρχή της χρηστής και διαφανούς διοίκησης και παρεμβαίνει για την αποκατάσταση των αρχών της χρηστής και προσιτής στον πολίτη ή την επιχείρηση δημοτικής και περιφερειακής διοίκησης.
Το έργο του συμπαραστάτη είναι οριοθετημένο στον διοικητικό χώρο του δήμου και της περιφέρειας και δεν εκτείνεται στην λειτουργία των πολιτικών οργάνων. Δηλαδή ο συμπαραστάτης δεν διαμεσολαβεί μεταξύ των αιρετών και των πολιτών ούτε ασκεί έλεγχο στις πράξεις των αιρετών. Επίσης η αποστολή του συμπαραστάτη οριοθετείται στον στενό πυρήνα των «θιγομένων πολιτών και επιχειρήσεων» αφού αναφέρεται στους «άμεσα θιγόμενους», εκείνους που έχουν άμεσο έννομο συμφέρον το οποίο δεν ικανοποιείται ή προσβάλλεται από συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις και όχι γενικά από τις πάσης φύσεως αποφάσεις των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Εν κατακλείδι η αποστολή του συμπαραστάτη είναι διαμεσολαβητική και περιορίζεται αποκλειστικά στην διοικητική λειτουργία όπως αυτή ασκείται από τους δημοτικούς ή περιφερειακούς υπηρεσιακούς παράγοντες. Η ευθύνη των αιρετών οργάνων ως προς την αποστολή του συμπαραστάτη υπάρχει μόνο υπό την ιδιότητά τους ως προϊσταμένων των υπηρεσιών ή ως οργάνων έκδοσης ατομικών διοικητικών πράξεων ή χορήγησης αδειών κ.ο.κ.

Η διαμεσολαβητική λειτουργία του συμπαραστάτη ξεκινά από την καταγραφή των δεδομένων που αποδεικνύουν την κακοδιοίκηση και εξελίσσεται με την υπόδειξη προς την καταγγελλόμενη υπηρεσία της λήψης των αναγκαίων μέτρων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η αρχή της χρηστής διοίκησης, δηλαδή η εξάλειψη των δεδομένων της κακοδιοίκησης. Παράλληλα όμως και στις περιπτώσεις όπου οι καταγγελίες δεν οδηγούν στη διαπίστωση της κακοδιοίκησης αλλά αποτελούν εσφαλμένη θεώρηση του καταγγέλλοντα περί του δικαίου ή αδίκου, περί του θεμιτού ή αθέμιτου, στη διαχείριση της υπόθεσής του ο συμπαραστάτης οφείλει να εξαλείψει την εσφαλμένη θεώρηση και να πείσει τον καταγγέλλοντα για το αβάσιμο της καταγγελίας του αποκαθιστώντας – στο μέτρο του δυνατού- την εμπιστοσύνη του πολίτη στην δημοτική ή περιφερειακή διοίκηση.

Ο νομοθέτης- ανεξάρτητα μάλιστα από το πλήθος των υποθέσεων που μπορεί να έχει για διαμεσολάβηση ο συμπαραστάτης- ορίζει προθεσμία 30 ημερών για να απαντήσει στον καταγγέλλοντα πολίτη ή επιχείρηση. Τούτο σημαίνει ότι εντός αυτής της προθεσμίας πρέπει να έχει διαπιστώσει την βασιμότητα των καταγγελιών και να έχει προβεί στις συστάσεις προς τις αντίστοιχες υπηρεσίες. Εάν πάντως ο φόρτος των υποθέσεων είναι τέτοιος ώστε δεν είναι δυνατή η ολοκλήρωση της διαμεσολάβησης εντός των 30 ημερών ο Συμπαραστάτης υποχρεούται μέσα σε αυτή την προθεσμία να ενημερώσει εγγράφως τον καταγγέλλοντα και να συνεχίσει τις ενέργειές του έως την ολοκλήρωση της.
Η προθεσμία των 30 ημερών είναι καθοριστική. Τίθεται για τους εξής λόγους:
Πρώτον για να έχει ο καταγγέλλων πολίτης άμεση τεκμηρίωση της κακοδιοίκησης και να αποτρέψει την επέλευση των αποτελεσμάτων μίας πάσχουσας νομικά και ηθικά διοικητικής πράξης που θίγει το έννομο συμφέρον του.
Δεύτερο για να έχει τον αναγκαίο χρόνο ώστε στην περίπτωση που δεν ικανοποιείται από το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης να προσφύγει στις δικαστικές αρχές ή να ζητήσει την διαμεσολάβηση του Συνηγόρου του Πολίτη.
Τρίτον για να αποτραπεί η κωλυσιεργία στη διαμεσολάβηση εκ μέρους της διοίκησης .

3. Τα αναγκαία χαρακτηριστικά του Συμπαραστάτη στον Δήμο και την Περιφέρεια.

Ο νομοθέτης στις προαναφερόμενες διατάξεις δεν καθορίζει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά που πρέπει να συγκεντρώνει το πρόσωπο που θα επιλεγεί ως Συμπαραστάτης. Ορίζει γενικά ότι «επιλέγεται πολίτης που αποτελεί προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους» ως περιφερειακός συμπαραστάτης (άρθρο 179, παρ.1, εδ. Α΄του Νόμου 3852/2010) ενώ ως προς τον δημοτικό συμπαραστάτη (άρθρο 77, παρ.1, εδ. Α του Νόμου 3852/2010) ορίζει ότι «επιλέγεται….πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας». Η διαφοροποίηση στις δύο αυτές διατάξεις εστιάζεται στο ότι στην Περιφέρεια αναφέρεται σε προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους ενώ στους δήμους πέραν του εγνωσμένου κύρους απαιτεί και εμπειρία. Το ότι στην μεν πρώτη περίπτωση αναφέρεται σε «προσωπικότητα» στην δε δεύτερη σε « πρόσωπο» δεν έχει καμία σημασία αφού και στις δύο περιπτώσεις τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που θα επιλεγεί εστιάζονται στο «εγνωσμένο», δηλαδή στο αναγνωρισμένο από την κοινωνία κύρος.

Η εμπειρία, είτε την ανέφερε ο νομοθέτης είτε όχι, είναι το άλλο κρίσιμο και αναγκαίο χαρακτηριστικό του συμπαραστάτη. Συνεπώς εμπειρία πρέπει να διαθέτει και ο περιφερειακός συμπαραστάτης όπως ορίζει ο νόμος και για τον δημοτικό.
Πέραν των προαναφερομένων χαρακτηριστικών ο συμπαραστάτης πρέπει να έχει γνώση του αντικειμένου της διοίκησης προκειμένου να μπορέσει να ασκήσει τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο. Η γνώση πρέπει να προκύπτει τόσο από την επαγγελματική του ενασχόληση όσο και από την διοικητική του εμπειρία. Διότι ο νομοθέτης όταν αναφέρεται σε εμπειρία εννοεί ασφαλώς την εμπειρία της διοίκησης και όχι γενικώς την πολυετή επαγγελματική ή επιστημονική ενασχόληση σε αντικείμενα άσχετα με τα αντικείμενα της περιφερειακής και δημοτικής διοίκησης.
Ανακεφαλαιώνοντας, επιλογή του συμπαραστάτη πρέπει να γίνεται με κριτήρια:
Το κύρος του, δηλαδή την κοινωνική αποδοχή που έχει λόγω της επιστημονικής, επαγγελματικής και διοικητικής του κατάρτισης και εμπειρίας αλλά και της κοινωνικής του συμπεριφοράς. Πρέπει να είναι πρόσωπο ενάρετο, ηθικό και κοινωνικά υπεύθυνο.
Τις γνώσεις που προκύπτουν από την εμπειρία του στο αντικείμενο της αποστολής του, δηλαδή στην διοίκηση αλλά και στην άσκηση λειτουργιών διαμεσολάβησης.
Πρέπει να διαθέτει επιστημονική κατάρτιση αναγκαία για να χειριστεί υποθέσεις που πολλές φορές μπορεί να αποτελούν σύνθετα νομικά και διοικητικά προβλήματα.

Τέλος, επειδή ο συμπαραστάτης δεν έχει την ευχέρεια της αναπλήρωσης και της αποχής από την εξέταση καταγγελιών που ενδεχομένως εμπλέκονται, έστω και εμμέσως, με το προσωπικό του συμφέρον, πρέπει να υπάρξουν ασφαλιστικές δικλείδες που να καταξιώνουν και να εγγυώνται την αμεροληψία του και την αντικειμενικότητά του καθώς και την μη αξιοποίηση του λειτουργήματος του προς ίδιο όφελος, είτε επαγγελματικό, είτε πολιτικό είτε προσωπικό. Το μεν πολιτικό αντιμετωπίζεται με την υπαγωγή του συμπαραστάτη στα κωλύματα και στην καταστατική θέση των αιρετών αλλά το επαγγελματικό και το προσωπικό πρέπει να κατοχυρωθεί με εγγυήσεις. Είναι προφανές για παράδειγμα ότι ο δικηγόρος συμπαραστάτης του πολίτη, στην μικροκλίμακα της τοπικής κοινωνίας του δήμου που ασκεί δικηγορία έχει την ευχέρεια της απόκτησης πελατών χειριζόμενος όλες τις υποθέσεις καταγγελιών ως συμπαραστάτης. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο πράγμα είναι η θέσπιση κανόνων δεοντολογίας ή και κωλυμάτων με νομοθετική κατοχύρωση έτσι ώστε η προνομιακή θέση του δικηγόρου συμπαραστάτη να μην θίγει τον επαγγελματικό ανταγωνισμό. Το απλούστερο και ίσως αυτονόητο είναι η απαγόρευση της ανάληψης δικανικών υποχρεώσεων για τις υποθέσεις που χειρίστηκε ως συμπαραστάτης.

4. Η επιλογή του Συμπαραστάτη στο Δήμο και την Περιφέρεια.

Ο Συμπαραστάτης επιλέγεται από το δημοτικό ή το περιφερειακό συμβούλιο αντίστοιχα με την ειδική πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των μελών. Της επιλογής έχει προηγηθεί προκήρυξη εκδήλωσης υποβολής υποψηφιότητας η οποία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του δήμου. Αντίθετα δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση για την προκήρυξη εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την επιλογή του περιφερειακού παραστάτη αλλά προφανώς αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος ενημέρωσης των ενδιαφερομένων για να υποβάλλον υποψηφιότητα.
Και στις δύο περιπτώσεις οι υποψηφιότητες κατατίθενται στο προεδρείο του δημοτικού ή του περιφερειακού συμβουλίου αντίστοιχα κατά την έναρξη της διαδικασίας επιλογής, δηλαδή κατά την πρώτη συνεδρίαση στην οποία εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη το θέμα της επιλογής συμπαραστάτη.

Η προκήρυξη της επιλογής του συμπαραστάτη πρέπει να αναρτάται στην ιστοσελίδα του δήμου και να δημοσιοποιείται με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο δημοσιότητας σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν από την συνεδρίαση του συμβουλίου και πριν την ανακοίνωση της ημερήσιας διάταξης.

Ευλόγως στην προκήρυξη πρέπει να αναφέρονται τα απαιτούμενα προσόντα που πρέπει να διαθέτει ο υποψήφιος, τουλάχιστον να τεκμηριώνεται η γνώση και η εμπειρία σε θέματα διοίκησης του δήμου ή της περιφέρειας ή σε θεσμούς διαμεσολάβησης. Εάν το συμβούλιο αποφασίσει έχει τη δυνατότητα να θέσει και άλλες προϋποθέσεις που εξειδικεύουν την τεκμηρίωση της γνώσης και της εμπειρίας. Ασφαλώς απαιτείται αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα από το οποίο να συνάγεται και το εγνωσμένο κύρος του προσώπου αν και αυτό το χαρακτηριστικό αξιολογείται κατά την κρίση των μελών του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου.

Για την επιλογή του συμπαραστάτη του δημότη/ πολίτη και του επιχειρηματία απαιτείται η θετική ψήφος των 2/3 του συνολικού αριθμού του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου. Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι η παράταξη της πλειοψηφίας δεν μπορεί να επιλέξει το πρόσωπο που επιθυμεί χωρίς την συνδρομή και μέρους της μειοψηφίας. Συνεπώς ο συμπαραστάτης του δημότη/ πολίτη πρέπει να είναι πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής και όχι απλώς ο εκλεκτός της πλειοψηφίας.
Η ειδική πλειοψηφία των 2/3 είναι η πλειοψηφία με την οποία εκλέγεται και ο Difensore Civico στην Ιταλία. Η διαφορά είναι ότι στην ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπεται εναλλακτική αυξημένη πλειοψηφία στην περίπτωση που δεν επιτυγχάνεται η πλειοψηφία των 2/3. Προφανώς ο έλληνας νομοθέτης επιδιώκει να εξαναγκάσει τις δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις να συνεννοηθούν και να συμπράξουν στην επιλογή του συμπαραστάτη.

Η επιλογή πρέπει να γίνει στην «αποκλειστική» προθεσμία των δύο μηνών από την εγκατάσταση των δημοτικών ή περιφερειακών αρχών. Τούτο σημαίνει ότι το δημοτικό και περιφερειακό συμβούλιο πρέπει να επιδιώξει την επιλογή και συνεπώς την συνεννόηση των παρατάξεων εντός αυτής της προθεσμίας χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εάν αυτή παρέλθει άπρακτη λόγω αδυναμίας επίτευξης της ειδικής πλειοψηφίας ότι δεν υποχρεώνεται το συμβούλιο να συνεχίσει την προσπάθεια για την επίτευξη της και πέραν του διμήνου.
Κατά την πρώτη- τουλάχιστον- εφαρμογή του θεσμού προβλέπεται γενικευμένη δυσκολία για την επίτευξη της ειδικής πλειοψηφίας και την επιλογή του συμπαραστάτη. Η μικρή χρονική απόσταση από τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές δεν επιτρέπει την εύκολη συνεννόηση μεταξύ των παρατάξεων. Έτσι ήδη πολλές απόπειρες υλοποίησης του θεσμού έχουν αποβεί άκαρπες. Η μοναδική περίπτωση επιλογής που έχει ήδη γίνει και έχει δημοσιοποιηθεί είναι η επιλογή του συμπαραστάτη στον Δήμο Χολαργού- Παπάγου. Εκεί εξελέγη Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης ο επί εικοσαετία Δήμαρχος Χολαρχού κ. Σκούρτης. Ο πρώτος – γνωστός έως σήμερα- συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης διαθέτει προδήλως τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας εγνωσμένου κύρους αφού χρημάτισε επί εικοσαετία Δήμαρχος στην περιοχή του νέου Δήμου και η θητεία του αυτή τεκμηριώνει την πλουσιώτατη εμπειρία του για την άσκηση των καθηκόντων.

Πέραν της διατύπωσης των ήδη δημοσιοποιημένων προκηρύξεων δείγμα των οποίων παραθέτουμε στο παράρτημα του παρόντος άρθρου( βλ. Προκήρυξη Δήμου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, Δήμου Σιντικής Σερρών, Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου), είναι προφανές ότι για την επιλογή του συμπαραστάτη του δημότη/ πολίτη και της επιχείρησης ο δήμος και η περιφέρεια δεν μπορεί να αρκεστούν στην πρόσκληση των ενδιαφερομένων και στην εν θερμώ αξιολόγηση των υποψηφίων στην διάρκεια μάλιστα της συνεδρίασης κατά την οποία πρέπει να αποφασίσουν. Η στοιχειωδώς υπεύθυνη στάση έναντι του νέου θεσμού επιβάλλει την εκ των προτέρων διαδικασία επιλογής των κατάλληλων προσωπικοτήτων και στη συνέχεια την έναρξη διαλόγου και διαβουλεύσεων με τις δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις της μειοψηφίας. Για την έναρξη αυτής της «προκαταρκτικής διαδικασίας» ασφαλώς δεν απαιτείται η υποβολή υποψηφιοτήτων αλλά ακριβώς το αντίθετο: η αναζήτηση και η συζήτηση, η διερεύνηση του ενδιαφέροντος των κατάλληλων προσωπικοτήτων μεταξύ των οποίων το συμβούλιο – αφού τηρηθούν οι προβλεπόμενες στον νόμο διαδικασίες – να επιλέξει εκείνον που θα συγκεντρώσει την μεγαλύτερη αποδοχή.

Με άλλα λόγια, η αποστολή του συμπαραστάτη του δημότη/ πολίτη και της επιχείρησης στον δήμο ή την περιφέρεια δεν είναι επιλογή για την κάλυψη μίας αμοιβόμενης θέσης, ή την επιλογή ενός μετακλητού υπαλλήλου. Συνεπώς με αυτήν δεν εξαργυρώνονται υποχρεώσεις ούτε ικανοποιούνται πελατειακές σχέσεις. Η διεξαγωγή της διαδικασία επιλογής με νοοτροπία κατάληψης ή παραχώρησης έμμισθης θέσης και μάλιστα αρκετά «καλοπληρωμένης» ναρκοθετεί στην γέννησή του τον νέο θεσμό. Καταρρακώνει το ένα εκ των δύο κρίσιμων χαρακτηριστικών του συμπαραστάτη, το κύρος, έτσι ώστε να καθιστά σχεδόν άνευ ουσίας την ενδεχόμενη εμπειρία. Αντίθετα η επιλογή του συμπαραστάτη μέσα από μία διαδικασία διαβούλευσης των δημοτικών ή περιφερειακών παρατάξεων και διερεύνησης των πιθανών κατάλληλων υποψηφιοτήτων (λαμβανομένων υπόψη όλων των κριτηρίων αλλά και του κριτηρίου της γενικότερης αποδοχής πέραν της πλειοψηφούσας παράταξης) μπορεί να οδηγήσει στην ασφαλή έκβαση της διαδικασίας, στην κατοχύρωση του κύρους του θεσμού και στην επιτυχή άσκηση της αποστολής του.

5. Καταστατική θέση του Συμπαραστάτη του δημότη/πολίτη και της επιχείρησης

Ο συμπαραστάτης του δημότη/πολίτη και της επιχείρησης έχει την καταστατική θέση που έχουν οι αιρετοί της τοπικής αυτοδιοίκησης και διέπεται από τα ίδια κωλύματα και ασυμβίβαστα.
Για τις υπηρεσίες που προσφέρει αμοίβεται με αντιμισθία ίση με αυτή του προέδρου του οικείου δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου.

6. Προτάσεις για την επιτυχή εφαρμογή του θεσμού

Ανακεφαλαιώνοντας όσα αναλυτικά παρατίθενται παραπάνω καταλήγουμε σε ορισμένες κρίσιμες διαπιστώσεις και προτάσεις που έχουν ως στόχο την επιτυχή εφαρμογή του θεσμού στην πράξη.
Πρώτον. Οι δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις με πρωτοβουλία της πλειοψηφίας και ειδικά του δημάρχου ή του περιφερειάρχη, πριν από την έναρξη της διαδικασίας για την επιλογή του συμπαραστάτη πρέπει να έχουν διερευνήσει τις πιθανές κατάλληλες υποψηφιότητες και να έχουν διαπιστώσει τις προθέσεις των κατάλληλων προσώπων.

Οι δημοτικές και περιφερειακές παρατάξεις πρέπει να διαβουλευθούν για την υπόδειξη των κατάλληλων προσώπων και την σύγκλισή τους στο καταλληλότερο από αυτά.
Δεύτερον. Η διαδικασία της προκήρυξης πρέπει να εκλαμβάνεται ως τύπος μίας βαθύτερης πολιτικής διαδικασίας συνεννόησης. Κανείς δεν αποκλείεται να είναι υποψήφιος συνεπώς όποιος ενδιαφέρεται έχει το δικαίωμα να υποβάλλει υποψηφιότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις δεν πρέπει ασκήσουν τον δικό τους πολιτικό και θεσμικό ρόλο. Σε τούτο διαφέρει η διαδικασία επιλογής του συμπαραστάτη από την οποιαδήποτε άλλη διαγωνιστική διαδικασία.
Τρίτον. Οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές πρέπει να ενημερώσουν τους πολίτες για την αποστολή του συμπαραστάτη, δηλαδή να «επικοινωνήσουν τον θεσμό».
Τέταρτον. Οι επιλεγόμενοι συμπαραστάτες αλλά και οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές οφείλουν να καταξιώσουν και να προστατεύσουν το κύρος του θεσμού. Αυτό πρέπει να το κάνουν και με την παροχή λειτουργικών διευκολύνσεων και διοικητικής υποστήριξης.
Πέμπτο. Μετά την πρώτη εφαρμογή του θεσμού και στο πλαίσιο νέων νομοθετικών ρυθμίσεων πρέπει να διορθωθούν ή να συμπληρωθούν οι ρυθμίσεις που οργανώσουν τον θεσμό. Μεταξύ αυτών είναι:
Η απόκλιση της θητείας του συμπαραστάτη από την θητεία των δημοτικών ή περιφερειακών αρχών. Για παράδειγμα η θητεία του συμπαραστάτη να ξεκινά τουλάχιστον έξι μήνες μετά την εγκατάσταση των δημοτικών ή περιφερειακών αρχών και να λήγει με την επιλογή του νέου συμπαραστάτη.
 Έτσι η επιλογή δεν θα γίνεται σε χρονικό διάστημα με νωπές πολιτικές εντάσεις.
Η συγκρότηση γραφείου του Συμπαραστάτη έτσι ώστε να λειτουργεί ως «εσωτερική υπηρεσία ελέγχου», τουλάχιστον στις περιφέρειες και στους δήμους με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων έτσι ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων του. Απλώς η υποχρέωση του δήμου ή της περιφέρειας να παράσχει διοικητική υποστήριξη δεν εγγυάται την ενεργή και αποτελεσματική κάλυψη των αναγκών της διοικητικής υποστήριξης.
Έκτο: Η λειτουργία της διαμεσολάβησης στους δήμους και τις περιφέρειες πρέπει να αποκτήσει και οριζόντια θεσμική υποστήριξη. Αυτό μπορεί να γίνει και με την θεσμοθέτηση συλλογικών φορέων με την συμμετοχή όλων των συμπαραστατών του πρώτου ή του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης αντίστοιχα. Η μεταφορά των εμπειριών και η αξιολόγησή τους μπορεί να οδηγήσει σε μία θεσμική «δεξαμενή σκέψης» για την διαρκή βελτίωση και αναβάθμιση του θεσμού.

7. Επίλογος

Η ευθύνη των αιρετών για την θεμελίωση του θεσμού της διαμεσολάβησης στην τοπική αυτοδιοίκηση είναι καθοριστική.

Η εφαρμογή του θεσμού της διαμεσολάβησης για την αντιμετώπιση προβλημάτων κακοδιοίκησης ενισχύει πολλαπλώς το κύρος της τοπικής αυτοδιοίκησης και των ίδιων των αιρετών ηγετών της.

Μέχρι σήμερα οι αιρετοί της αυτοδιοίκησης έρχονται «αντιμέτωποι» – πολλές φορές κατά κυριολεξία- με τον εθνικό θεσμό διαμεσολάβησης, τον Συνήγορο του Πολίτη. Αρκετοί, μάλλον οι περισσότεροι συνεργάζονται μαζί του. Λίγοι ίσως δεν συνεργάζονται και δεν μετέχουν στην διαμεσολάβηση. Σε κάθε περίπτωση αρκετοί είχαμε ως αιρετοί αυτή την εμπειρία. Τώρα δίνεται η ευκαιρία να οργανωθεί οι θεσμός της διαμεσολάβησης σε δημοτικό ή περιφερειακό επίπεδο. Η σωστή οργάνωση και λειτουργία του θα απαλλάξει τους αιρετούς από το κόστος της ευθύνης για τις δυσλειτουργίες και την κακοδιοίκηση που εμφανίζεται στο επίπεδο των διοικητικών υπηρεσιών. Οι διοικητικές υπηρεσίες θα γνωρίζουν ότι όταν δεν λειτουργούν με την αρχή της χρηστής διοίκησης από πρόθεση θα ελεγχθούν και όταν παραβιάζουν την αρχή χωρίς πρόθεση θα διορθώσουν την λειτουργία τους και θα βελτιωθούν.

Ο Συμπαραστάτης του δημότη/ πολίτη και της επιχείρησης δεν ελέγχει την δημοτική ή περιφερειακή αρχή ούτε έχει αποστολή να ασκεί έλεγχο νομιμότητας. Αυτή είναι η αποστολή άλλου θεσμού, του Ελεγκτή Νομιμότητας. Ο Συμπαραστάτης διαμεσολαβεί για να προστατεύσει τον πολίτη αλλά και το κύρος του θεσμού της αυτοδιοίκησης, υπό αυτή την έννοια είναι θεσμός στήριξης αναβάθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης και του τοπικού πολιτικού και διοικητικού συστήματος γενικότερα.

Θέματα που έστειλαν και δημοσιεύονται στη σελίδα http://autodioikisi-topikidimokratia.blogspot.com/2011/01/blog-post_30.html#more

1 σχόλιο:

  1. (¯`L´¯)✿Καλημερα
    .`•.¸.•´(¯`O´¯)✿Καλη
    ******.`•.¸.•´(¯`V´¯)✿εβδομαδα
    ************.`•.¸.•´(¯`E´¯)με χαμογελα....!!!!!!!!!!!!!❤

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...