Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Η συγκρότηση της Δημοτικής επιτροπής διαβούλευσης.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 76, ΠΑΡ.1 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 3852/2010

Άρθρο
του Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Νομικού, τ. Δημάρχου Αυλώνος Ευβοίας



  1. Οι αρχές της διαβούλευσης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας  διατρέχουν το νέο σύστημα δημοτικής διακυβέρνησης. Αρκεί να εφαρμόζονται στην πράξη.

Το σύστημα διακυβέρνησης των δήμων και των περιφερειών, όπως καταστρώνεται με τον νόμο 3852/2010 (ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ,  θεμελιώνεται στις αρχές της διαβούλευσης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Η θεσμική οργάνωσή τους είναι ασφαλώς  η μία όψη του νομίσματος. Η ουσιαστική εφαρμογή τους στην πράξη είναι η άλλη όψη. Και οι δύο είναι αναγκαίες για να υλοποιηθούν οι αρχές.
Η θεμελίωσή τους διαμορφώνεται με την εισαγωγή θεσμών και λειτουργιών που τις πραγματώνουν και τις υπηρετούν. Η δημοτική και η περιφερειακή [1] επιτροπή διαβούλευσης και το συμβούλιο  ένταξης μεταναστών [2]  ενσωματώνουν την αρχή της διαβούλευσης ως αρχή του συστήματος διακυβέρνησης. Η υποχρέωση της ανάρτησης και διαμέσου αυτής της δημοσιοποίησης κρίσιμων πράξεων της δημοτικής  και περιφερειακής διοίκησης στο διαδίκτυο και κυρίως η εφαρμογή του συστήματος «Διαύγεια» από την 15η Μαρτίου 2011  υλοποιούν την αρχή της διαφάνειας ενώ αυτή εμπεδώνεται και διαμέσου των διαδικασιών λογοδοσίας. Όπως, πέραν της ετήσιας υποχρέωσης για απολογισμό πεπραγμένων των δημοτικών και περιφερειακών αρχών, οι αρχές της διαφάνειας και λογοδοσίας υλοποιούνται με την υποχρέωση της οικονομικής επιτροπής του δήμου [3] να υποβάλλει ανά τρίμηνο έκθεση για την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού και για το ισοζύγιο εσόδων και δαπανών, έκθεση στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι παρατηρήσεις της μειοψηφίας και αναρτάται στο διαδίκτυο για να λάβουν γνώση οι πολίτες. Την έκθεση αυτή μπορεί να συζητήσει και επί αυτής να αποφανθεί το δημοτικό συμβούλιο ασκώντας ουσιαστικά πλέον τον ελεγκτικό πολιτικό τους ρόλο. Η ίδια επιτροπή, η οικονομική, συντάσσει ετησίως έκθεση για την διαχείριση της περιουσίας του δήμου[4] αλλά και ενδιάμεσες εκθέσεις δεν αποκλείονται, έτσι ώστε να ενημερώνονται το δημοτικό συμβούλιο και οι πολίτες για την διαχείριση της δημοτικής περιουσίας, έναν τομέα κρίσιμο ο οποίος συνήθως ήταν υποβαθμισμένου ενδιαφέροντος, ιδίως στους μικρούς δήμους.
Όμως η καθιέρωση νέων λειτουργιών και νέων θεσμών ακόμη και όταν γίνεται στο όνομα της εφαρμογής των αρχών της διαβούλευσης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας μπορεί να αποβεί κενή περιεχομένου όταν η υλοποίησή τους γίνεται με τρόπο που αφυδατώνει το πραγματικό τους νόημα και τις καθιστά απλώς ψευδεπίγραφες διαδικασίες ενός αμετάβλητου, αδιαφανούς και αναποτελεσματικού συστήματος τοπικής διακυβέρνησης. Αντίθετα, οι θεσμοί αποκτούν το πραγματικό τους νόημα όταν οργανώνονται με τρόπο που να ενθαρρύνει την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, την διαφανή πραγμάτωση της αποστολής των αιρετών, τη ειλικρινή λογοδοσία και την χρηστή και αποτελεσματική διοίκηση. Με άλλα λόγια όταν εμπεδώνουν τις αρχές και τις αξίες της προοδευτικής διακυβέρνησης.
Στο παρόν κείμενο θα ανατρέξουμε στις θεσμικές συνιστώσες της διαβούλευσης, όπως καταστρώνονται στο  σύστημα διακυβέρνησης του νόμου 3852/2010 και ειδικότερα στην Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης διατυπώνοντας προτάσεις για την αποτελεσματική συγκρότησή της.


1.    Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης
a.    Η συγκρότηση
Ο νομοθέτης  με το άρθρο 76 του ν.3852/2010 [5]  επιτάσσει την συγκρότηση της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης σε δήμους με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων. Η συγκρότηση του οργάνου αυτού και σε δήμους με μικρότερο πληθυσμό είναι προαιρετική αλλά όταν ληφθεί σχετική πρωτοβουλία πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 76 του ν.3852/2010.
Η συγκρότηση γίνεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η οποία λαμβάνεται με την ειδική πλειοψηφία των 2/3 του συνολικού αριθμού των μελών του. Συνεπώς απαιτείται και η θετική ψήφος  μέρους – έστω- της μειοψηφίας.
Ο νομοθέτης ορίζει επίσης την προθεσμία των δύο μηνών από την εγκατάσταση των δημοτικών αρχών ως χρόνο εντός του οποίου το δημοτικό συμβούλιο πρέπει να συγκροτήσει την Επιτροπή Διαβούλευσης. Η προθεσμία όμως αυτή είναι καθοδηγητική και όχι αποκλειστική, δηλαδή η Επιτροπή μπορεί να συγκροτηθεί και μετά την παρέλευση του διμήνου εφόσον εξάλλου η συγκρότησή της είναι υποχρεωτική και δεν επαφίεται στην προαιρετική πρωτοβουλία του δημοτικού συμβουλίου. Ο ορισμός του πρώτου διμήνου έχει όμως σημασία διότι κατευθύνει το δημοτικό συμβούλιο στην άμεση συγκρότηση της επιτροπής έτσι ώστε να αρχίσει τις εργασίες της πριν από την ψήφιση του πρώτου προϋπολογισμού της νέας δημοτικής περιόδου ο οποίος και αυτός πρέπει να είναι προϊόν ευρείας διαβούλευσης καθώς και οι υπόλοιπες προγραμματικές αποφάσεις του δήμου. Δεδομένου ότι η δημοτική περίοδος ξεκινά στην 1 Σεπτεμβρίου  του έτους διεξαγωγής των  δημοτικών εκλογών [6] είναι προφανές ότι η Επιτροπή Διαβούλευσης είναι απαραίτητο να έχει συγκροτηθεί έως το τέλος του Οκτωβρίου έτσι ώστε να συζητήσει και να γνωμοδοτήσει επί του προϋπολογισμού τον οποίο η δημοτική αρχή επεξεργάζεται το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Η πιθανή καθυστέρηση της συγκρότησης της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης πέραν του πρώτου διμήνου ενδέχεται να αποκλείσει την διαβούλευση του πρώτου προϋπολογισμού και των λοιπών προγραμματικών αποφάσεων που λαμβάνονται το πρώτο χρονικό διάστημα μετά την εγκατάσταση των δημοτικών αρχών.
Γεννάται ερώτημα σχετικά με το περιεχόμενο της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου. Δηλαδή αυτή περιορίζεται μόνο στην διαπίστωση της βούλησης του σώματος να εφαρμόσει μία υποχρεωτική διάταξη; Ασφαλώς όχι: η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου πρέπει να ορίζει τον αριθμό των μελών της Επιτροπής και ταυτόχρονα να ορίζει τα μέλη της Επιτροπής. Εξάλλου η ειδική πλειοψηφία των 2/3 του συνολικού αριθμού των μελών του συμβουλίου που σηματοδοτεί την ευρεία συναίνεση του σώματος δεν θα είχε καμία σημασία εάν απλώς διαπίστωνε την υποχρεώσει να συγκροτηθεί η Επιτροπή. Η ευρεία συναίνεση είναι η νομιμοποιητική βάση της  συγκεκριμένης σύνθεσης της Επιτροπής. Η ευρεία πλειοψηφία διαπιστώνει με την θετική της ψήφο ότι η Επιτροπή έχει την νόμιμη και νομιμοποιητική σύνθεση που ορίζει ο νομοθέτης και η οποία διασφαλίζει την εκπροσώπηση της τοπικής κοινωνίας όπως απαιτεί ο νόμος.
Συνεπώς η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου εμπεριέχει υποχρεωτικά τα ακόλουθα στοιχεία:
Α) Διαπίστωση της υλοποίησης της υποχρέωσης του δημοτικού συμβουλίου να συγκροτήσει την Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης.
Β) Διαπίστωση των «δικαιούχων» τοπικών φορέων που συνίσταται στον έλεγχο της νόμιμης συγκρότησής τους και της ενεργής λειτουργίας τους.
Γ) Τα αποτελέσματα της κλήρωσης για την συμμετοχή των δημοτών, κλήρωση η οποία γίνεται – εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει κάτι διαφορετικό και είναι ιδιαίτερα  αόριστος- στη διάρκεια της συνεδρίασης και μάλιστα πριν από την συζήτηση του θέματος της συγκρότησης της Επιτροπής.
Ο νόμος δεν ορίζει κριτήρια για τον αριθμό των μελών της Επιτροπής αλλά οριοθετεί τον αριθμό μεταξύ του 25 και του 50. Προφανώς η επιλογή αυτή στοχεύει στην μη συγκρότηση πολυπληθών οργάνων που ενδεχομένως θα παρουσιάζουν  δυσχέρειες στην λειτουργία τους. Πρακτικά όμως μπορεί η αυθαίρετη αυτή οριοθέτηση να οδηγήσει σε επιλεκτικούς αποκλεισμούς τοπικών φορέων.
Η συμμετοχή των δημοτών, πέραν των τοπικών φορέων (που αναφέρονται στον νόμο) που εκπροσωπούν την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών, στοχεύει προφανώς η εμβαθύνει την άμεση συμμετοχή των πολιτών στην λειτουργία της διαβούλευσης όπως οργανώνεται με την Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης. Η επιλογή των δημοτών γίνεται με δημόσια κλήρωση μεταξύ των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους του δήμου. Ο νομοθέτης εκλαμβάνει ως θετικά διακείμενους στην άμεση συμμετοχή όλους τους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους δημότες έτσι ώστε η επιλογή τους, ιδιαίτερα όσο αυξάνεται ο αριθμός τους, να γίνεται χωρίς κανένα κριτήριο, χωρίς κυρίως κριτήρια αντιπροσωπευτικότητας, και ενδεχομένως να οδηγήσει στην απαξίωση αυτής της συμμετοχής διαμέσου της άρνησης των κληρωθέντων να συμμετάσχουν είτε κληρωθούν ως τακτικά μέλη είτε ως αναπληρωματικά.
Η νομοθετική ατέλεια της κλήρωσης των δημοτών  δεν μπορεί πάντως να επιδιορθωθεί με τον επίσης αυθαίρετο αποκλεισμό όσων δεν εκδηλώσουν την επιθυμία και μάλιστα περιορίζοντας την κλήρωση μόνο μεταξύ όσων υποβάλλουν δήλωση συμμετοχής ή και αποφεύγοντας την κλήρωση εάν ο αριθμός των συμμετεχόντων υπολείπεται του αριθμού των  δημοτών που αντιστοιχεί στο 1/3 των μελών της Επιτροπής.
Την νομοθετική ατέλεια μπορούσε πάντως να επιδιορθώσει ο Οδηγός που συντάσσεται από το Υπουργείο Εσωτερικών καθώς και ο Κανονισμός της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης. Δυστυχώς η καθυστέρηση της δημοσιοποίησης αυτών των δύο χρήσιμων καθοδηγητικών κειμένων οδηγεί πολλούς δήμους  στην επιλογή διαδικασιών που αντιτίθενται στο νομικό πλαίσιο. Ιδίως καταργώντας την διαδικασία της κλήρωσης όπως την ρυθμίζει ο νόμος.
Αλλά και ως  προς την επιλογή των τοπικών φορέων υπάρχει νομοθετική ατέλεια η οποία εάν δεν δοθούν κατευθύνσεις ενδεχομένως να  υπάρξουν επιλεκτικοί αποκλεισμοί ή και αντίθετα επιλεκτικές επιλογές.
b.    Πρόταση για την διαδικασία συγκρότησης της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης
Ο πρότυπος κανονισμός αλλά και ελλείψει αυτού το Δημοτικό Συμβούλιο με μία προηγούμενη της συγκρότησης οργανωτική του απόφαση  πρέπει να περιγράφει με ακρίβεια τη διαδικασία επιλογής των εκπροσώπων των φορέων που μπορεί να γίνεται με ευθύνη του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου ο οποίος θα έχει και την αρμοδιότητα να εισηγηθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο την σύνθεση της Επιτροπής κατά την λήψης  Απόφασης περί συγκρότησης.
Πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια τις κατηγορίες των φορέων και να καταγράψει τους φορείς που έχουν δικαίωμα συμμετοχής.  Κατόπιν να διαπιστώνεται από τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου ο αριθμός των εκπροσώπων ανά κατηγορία, τηρουμένης υποχρεωτικά της κατηγοριοποίησης του ορίζει ο νόμος, δηλαδή:
α) των τοπικών εμπορικών και επαγγελματικών συλλόγων και οργανώσεων
β) των επιστημονικών συλλόγων και φορέων
γ) των τοπικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών
δ) των εργαζομένων στο δήμο και τα νομικά του πρόσωπα
ε) των ενώσεων και συλλόγων γονέων
στ) των αθλητικών και πολιτιστικών συλλόγων και φορέων
ζ) των εθελοντικών οργανώσεων και κινήσεων πολιτών
η) άλλων οργανώσεων και φορέων της κοινωνίας των πολιτών
θ) εκπρόσωποι των τοπικών συμβουλίων νέων.
Εφόσον διαπιστώνεται ότι σε αυτές τις κατηγορίες υπάρχουν ενεργοί φορείς οι κατηγορίες αυτές εκπροσωπούνται υποχρεωτικά. Ο ελάχιστος αριθμός των εκπροσώπων των φορέων είναι δέκα έξι (16): {25-1(ο προεδρεύων) =24/3=8Χ2=16} και ο ανώτερος αριθμός είναι 33 {50-1 (προεδρεύων)=49/3=16Χ2=32+1=33). Συνεπώς σε κάθε κατηγορία εκπροσωπούνται δύο φορείς (πλην μίας που θα έχει έναν φορέα) και αριθμός αυτός εάν κατανεμηθούν ισομερώς οι εκπρόσωποι μπορεί να φθάσει έως τρεις ή τέσσερεις ανά κατηγορία. Εντούτοις ο αριθμός των εκπροσώπων μπορεί να είναι ανάλογος και του αριθμού των υφισταμένων φορέων κάθε κατηγορίας (π.χ. μεγάλος αριθμός πολιτιστικών φορέων, αθλητικών φορέων ή Συλλόγων Γονέων).
Εν συνεχεία καλούνται οι φορείς της κατηγορίας να ορίσουν τους εκπροσώπους τους με συμμετοχή ίσου αριθμού μελών των διοικητικών τους συμβουλίων σε εκλεκτορικό ανά κατηγορία σώμα η οποίοι με ψηφοφορία να ορίζουν τους εκπροσώπους. Ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου συγκεντρώνει τα πρακτικά αυτών των «εκλογών» ανά κατηγορία και καταγράφει τους εκπροσώπους, τους τακτικούς και αναπληρωματικούς. Ζητήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή αυτής της διαδικασίας επιλύονται από το τριμελές προεδρείο του Δημοτικού Συμβουλίου. Εάν προκύψει ζήτημα καθορισμού του ακριβούς αριθμού των εκπροσώπων των φορέων η απόφαση λαμβάνεται από το προεδρείο του Δημοτικού Συμβουλίου. Τυχόν ενστάσεις των φορέων επί αυτής της διαδικασίας εξετάζονται και κρίνονται από το Δημοτικό Συμβούλιο.
Κατόπιν αφού οριστούν οι εκπρόσωποι των φορέων προστίθεται κατά το 1/3 του αριθμού των εκπροσώπων  ο αριθμός των δημοτών που θα κληρωθούν με τους δύο αναπληρωματικούς  ο καθένας. Η κλήρωση γίνεται με ευθύνη του προεδρείου ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου κατά τη διαδικασία συγκρότησης της Επιτροπής ή και σε προγενέστερη αυτής συνεδρίαση. Οι κληρωθέντες δημότες θα είναι τουλάχιστον οκτώ (8) στις 25μελείς Επιτροπές με δέκαέξι (16) αναπληρωματικούς έως δεκαέξι (16) στις 50μελείς Επιτροπές με τριάντα δύο (32) αναπληρωματικούς.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η διαδικασία συγκρότησης της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης έχει ένα στάδιο προδιαδικασίας το οποίο πρέπει να διεξαχθεί με ευθύνη του προεδρείου του Δημοτικού Συμβουλίου. Ο νόμος ενώ ορίζει τον δήμαρχο ως πρόεδρο της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης αναθέτει στο Δημοτικό Συμβούλιο την συγκρότηση της Επιτροπής. Συνεπώς το προεδρείο του Δημοτικού Συμβουλίου πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της προετοιμασίας έτσι ώστε να διαμορφώσει την εισήγηση για την συγκρότηση της Επιτροπής.
Η προδιαδικασία που προτείνεται διασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την αντικειμενικότητα στην συγκρότηση της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης ενεργοποιώντας το σύνολο των τοπικών φορέων των οποίων ο αριθμός ενδέχεται να είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό των Εκπροσώπων  στην Επιτροπή. Οποιαδήποτε άλλη διαδικασία η οποία διεξάγεται χωρίς την συμμετοχή των φορέων δεν διασφαλίζει την αντικειμενικότητα και συνεπώς δεν διαμορφώνει την κατάλληλη σύνθεση έτσι ώστε η Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης να αποτελέσει πραγματικό θεσμό συμμετοχικής δημοκρατίας.
Ελλείψει κανονισμού διαβούλευσης και υπό την πίεση της δίμηνης προθεσμίας πολλές δημοτικές αρχές προβαίνουν στην πρόσκληση των φορέων που ενδιαφέρονται να συμμετέχουν την Επιτροπή χωρίς να προσδιορίζουν την διαδικασία επιλογής όταν ο αριθμός έστω των ενδιαφερομένων είναι μεγαλύτερος του αριθμού των εκπροσώπων – μελών της Επιτροπής. Με την ίδια πρόσκληση καλούν και τους ενδιαφερόμενους δημότες παρακάμπτοντας έτσι την επιταγή του νόμου για κλήρωση μεταξύ του συνόλου των εκλογέων. Η μη τήρηση βασικών κανόνων διαφάνειας και αντικειμενικότητας είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει στην υπονόμευση της αποστολής της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης με όλες τις επακόλουθες συνέπειες  για την εφαρμογή κρίσιμων επιλογών της διοικητικής μεταρρύθμισης.
2.    Οι προπαρασκευαστικές διαδικασίες της διαβούλευσης - Αρμοδιότητες της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης
Η Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης έχει γνωμοδοτικές αρμοδιότητες. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 76, παρ.2 του ν.3852/2010 η Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης: «α) Γνωμοδοτεί στο δημοτικό συμβούλιο σχετικά με τα αναπτυξιακά προγράμματα και τα προγράμματα δράσης του δήμου, το επιχειρησιακό πρόγραμμα και το τεχνικό πρόγραμμα του δήμου.
β) Γνωμοδοτεί για θέματα γενικότερου τοπικού ενδιαφέροντος, που παραπέμπονται σε αυτή από το δημοτικό συμβούλιο ή τον δήμαρχο.
γ) Εξετάζει τα τοπικά προβλήματα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες του δήμου και διατυπώνει γνώμη για την επίλυση των προβλημάτων και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων αυτών.
δ) Δύναται να διατυπώνει παρατηρήσεις επί του περιεχομένου των κανονιστικού χαρακτήρα αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 79 του Κ.Δ.Κ.»
Η Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης συνέρχεται μία φορά σε ειδική συνεδρίαση πριν από την ψήφιση του προϋπολογισμού και του ετήσιου προγράμματος δράσης του Δήμου και γνωμοδοτεί για τα θέματα αυτά.
Η λειτουργία της Επιτροπής θα καταστεί ουσιαστικότερη εάν αναδειχθεί ως το τελικό επίπεδο μίας ευρείας διαδικασίας διαβούλευσης που φθάνει έως την βάση της τοπικής κοινωνίας. Αυτή την κατεύθυνση υπηρετούν οι παρακάτω προτάσεις:
Με τον ίδιο τρόπο που προτείνεται να αναδεικνύονται οι εκπρόσωποι των φορέων προτείνεται η οργάνωση των προπαρασκευαστικών  λειτουργιών  της διαβούλευσης. Δηλαδή ανά κατηγορία συνέρχονται  τα διοικητικά συμβούλια των φορέων (με ίσο αριθμό εκπροσώπων καθένα π.χ. 5 μέλη ανά συμβούλιο) και συζητούν τα προπαρασκευαστικά κείμενα ή διατυπώνουν προτάσεις για ζητήματα που ενδιαφέρουν την κατηγορία τους. Οι αποφάσεις αυτών των συσκέψεων ανά κατηγορία μεταφέρονται στην Επιτροπή από τους εκπροσώπους της κατηγορίας οι οποίοι παρουσιάζουν όλες τις καταγεγραμμένες θέσεις επί των αντίστοιχων θεμάτων και επιχειρηματολογούν για τις αποφάσεις των συσκέψεων της κατηγορίας. Εάν οι εκπρόσωποι έχουν διαφορετική άποψη μπορούν να επιχειρηματολογήσουν και για την υποστήριξη της  άποψής τους. Συνεπώς μόνο εάν δεν επιχειρηματολογήσουν υπέρ της απόφασης των συσκέψεων μπορούν να ζητήσουν τον λόγο παρατηρητής εκπρόσωπος της κατηγορίας  και όχι όποιος γενικά μετείχε στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες.
Τα παραπάνω περιγράφουν το στάδιο της διαβούλευσης μεταξύ των φορέων ανά κατηγορία πριν από την συζήτηση στην Επιτροπή. Είναι θέμα των φορέων να διευρύνουν τη διαβούλευσης κατά την προπαρασκευαστική φάση και στο εσωτερικό τους καλώντας γιαυτό όλα τα μέλη τους να λάβουν μέρος. Αυτή όμως η φάση δεν αφορά την λειτουργία της Επιτροπής.
Για παράδειγμα:
Α)  Τίθεται στη διαβούλευση το Ετήσιο Πρόγραμμα Δράσης του Δήμου.
Β) Οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων αφού προηγουμένως συζητήσουν είτε στο διοικητικό τους συμβούλιο είτε σε συνέλευση των μελών τους  καλούνται σε κοινή σύσκεψη στην οποία μετέχουν πέντε μέλη διοικητικού συμβουλίου από τον καθένα  και ασφαλώς εάν δεν είναι μεταξύ αυτών καλούνται και οι εκπρόσωποι της κατηγορίας των Συλλόγων Γονέων στην Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης. Σε αυτή την σύσκεψη της κατηγορίας  συζητούν τα θέματα που ενδιαφέρουν την σχολική στέγη και τη λειτουργία της παιδείας και αξιολογούν τις προτάσεις του Ετήσιου Προγράμματος γιαυτό το θέμα ή προτείνουν  δικά τους θέματα εάν το Σχέδιο του Ετήσιου Προγράμματος Δράσης δεν τους καλύπτει.
Γ) Οι εκπρόσωποι τους στην Επιτροπή οφείλουν να μεταφέρουν τις αποφάσεις αυτής της σύσκεψης και να τις υποστηρίξουν. Εάν υπάρχουν μειοψηφικές προτάσεις, πρέπει να ανακοινωθούν και αυτές.
Το ίδιο θα γίνει για τους Αθλητικούς Συλλόγους, για τους Πολιτιστικούς, για τους εμπορικούς και επαγγελματικούς συλλόγους.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Εάν σε επίπεδο Δήμου υπάρχει νόμιμος δευτεροβάθμιος φορέας αυτών των συλλόγων τότε αντί της σύσκεψης των εκπροσώπων των διοικητικών συμβουλίων της κατηγορίας μετέχει στη διαβούλευσης ο δευτεροβάθμιος φορέας π.χ. Ένωση Γονέων και Κηδεμόνων Δήμου …….. Η ίδια δευτεροβάθμια οργάνωση ορίζει τους εκπροσώπους της στην Δημοτική Επιτροπή Διαβούλευσης.
3.    Επίλογος: Το πραγματικό διακύβευμα  των Δημοτικών Επιτροπών Διαβούλευσης.
Πρέπει να προσέξουμε ένα πράγμα: Εάν στην τοπική κοινωνία υπάρχουν πράγματι φορείς που την εκφράζουν αυτοί πρέπει να ενθαρρυνθούν να μετέχουν στη διαβούλευση χωρίς απαραίτητα να μπαίνουν σε διαδικαστικά καλούπια. Εάν διαμορφωθεί μία διαδικασία που κάποιους τους βάζει στο περιθώριο η Επιτροπή Διαβούλευσης να περιοριστεί σε ένα τυπικό και απλώς νομιμοποιητικό ρόλο. Η οργανωμένη με οποιαδήποτε σχήματα κοινωνία των πολιτών πρέπει να δει την Επιτροπή ως ένα προπύργιο ουσιαστικής συμμετοχής στη διαμόρφωση της δημοτικής πολιτικής και ουσιαστικού ελέγχου της δημοτικής εξουσίας. Το κλειδί γιαυτό είναι να δώσουμε ώθηση στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες που μπορούν να πάνε τη διαβούλευση έως τη βάση.
Οι δημοτικές αρχές όσο και εάν πιστεύουν πολιτικά στην λειτουργία της συμμετοχικής δημοκρατίας ποτέ δεν θα ενθαρρύνουν την εφαρμογή της κυρίως όταν δεν κατορθώνουν να την ελέγξουν οδηγώντας την μονοσήμαντα στην νομιμοποίηση της δημοτικής πολιτικής και αποφεύγοντας τον έλεγχο και την συνδιαμόρφωση. Σε κάθε περίπτωση, και όταν δουλέψουν για την πραγματική και όχι την προσχηματική διαβούλευση  ποτέ δεν θα ξεπεράσουν τα όρια που επιβάλλει η αυτοσυντήρησή τους. Αυτό το επισημαίνω και εκ πείρας[7].
Συμπερασματικά πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα η διαδικασία επιλογής των εκπροσώπων των φορέων  και η οργάνωση της προπαρασκευαστικής διαδικασίας σε κάθε προς διαβούλευση ζήτημα.

Το κείμενο εστάλη από τη σελίδα http://dimitris-katsoulis.blogspot.com/2011/02/blog-post_22.html#more
στην οποία δημοσιεύεται πληρέστερο.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...